Παρασκευή, Μάρτιος 09, 2012

Οπως την ξέρουμε.....

Αυτή είναι....
Οπως την ξέρεις από τις παιδικές σου προσευχές ως τις τωρινές σου ικεσίες.
 Και απόψε Αυτή θα είναι που θα προσκυνήσεις, θα δεηθείς, θα της μιλήσεις.
Η ίδια πάντα, με το χεράκι του ίδιου Παιδιού τυλιγμένο στο λαιμό Της, με τό ίδιο βλέμμα της αόριστης θλίψης και της ορισμένης γλυκύτητας, με την υπομονή ανάμεσα στα φρύδια και την πρεσβεία στα ακρόχειλά Της.
Την ξέρεις και σε ξέρει.
Μην φοβάσαι θα είναι πάντα εκεί όπου πηγαίνεις, εκεί από όπου φεύγεις, στους ερχομούς της συντριβής σου και στους πηγαιμούς της ελπίδας σου.
Είναι η Μάνα σου και η Μάνα μου και δεν γίνεται να είναι αλλού....

ΑΙΔΩΣ ΑΧΡΕΙΟΙ

Όταν ο λαός ξεφύγει από το ρόλο που του επιφυλάσσουν τα ιερατεία της εξουσίας, όταν αρχίζει να απειθαρχεί στη δόλια «νομιμότητά» τους, όταν σπάει τις καθεστωτικές και κομματικές αλυσίδες, όταν γιαουρτώνει τις εκβλαστήσεις του παρασιτισμού, τις «πόρνες» και τους λακέδες του συστήματος, ΤΟΤΕ από «καλός λαός» μεταβάλλεται σε «αναρχούμενος όχλος», σε «άσχημος λαός», σε «φασιστικός κίνδυνος», «κανίβαλος λαός» που καταλύει τη …Δημοκρατία!!! 

Ένα τζάμι να σπάσει σε κάποια διαδήλωση, ένα γιαούρτι να εκτοξευθεί εναντίον
κάποιου παρασίτου και «λακέ» της εξουσίας, ΤΟΤΕ όλοι οι αδιάλλακτοι της «δημοκρατικής ευαισθησίας» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ενώνονται και με μια φωνή ουρλιάζουν:«φασισμός», «κανιβαλισμός», «καταλύεται η δημοκρατία» και άλλα τέτοια καταναλωτικά «κόπρανα» της καθεστωτικής αυθάδειας. 
ΟΛΟΙ αυτοί οι αδιάλλακτοι της «δημοκρατικής ευαισθησίας» (που πάντα τυχαίνει να είναι οι άνθρωποι της εξουσίας και τα ποικίλα παράσιτα του καθεστωτικού εκτροφείου), σαν αλαλάζοντα κύμβαλα, στήνουν τα αισθήματα αγανάκτησης και απελπισίας του λαού στο εδώλιο και σαν αιμοβόρες ύαινες επιτίθενται εναντίον κάθε λαϊκής εκδήλωσης οργής που ενοχλεί τη «δημοκρατία» τους: Τη «δημοκρατία» της βολής τους, τη «δημοκρατία» της διαφημιστικής τους «προβολής», τη «δημοκρατία» της παρασιτικής τους αχρειότητας και του άθλιου ραγιαδισμού τους… 
Ακόμα και για πράξεις αβρότητας της λαϊκής οργής, όπως είναι το γιαούρτωμα, τα ανδρείκελα της εξουσίας και οι κηφήνες τους, χαλάνε τον κόσμο, χαρακτηρίζοντας τις αβρές αυτές πράξεις του γιαουρτώματος, «κανιβαλικές», πράξεις «λυσσασμένων σκυλιών». 
Τέτοιοι χαρακτηρισμοί σηματοδοτούν καθαρά τούτο: «Αυτός ο “όχλος των κανιβάλων” πρέπει να κομματιαστεί, για τον ίδιο λόγο που σκοτώνουμε ένα λυσσασμένο σκυλί»!!! 
Φανταστείτε το τι θα λένε αυτά τα σκυλιά της εξουσίας και οι οικότροφοι του καθεστώτος σε καταστάσεις λαϊκής ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ και ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ… 
Φυσικά γνωρίζουν τι τους περιμένει. Γνωρίζουν ότι η λαϊκή ΟΡΓΗ δεν θα μείνει για πολύ στις «αβρότητες» του γιαουρτώματος. Ο χείμαρρος της λαϊκής ΟΡΓΗΣ θα φύγει από τα «χάδια» του γιαουρτιού, θα εγκαταλείψει τις «ευγένειες» και θα φτάσει σε άγριες μορφές. Θα στήσει ακόμα και κρεμάλες… 
Το γνωρίζουν αυτό τα δωσίλογα ανδρείκελα και όλα τα παράσιτα της καθεστωτικής μεσιτείας και εμπορίας, γι αυτό πανικόβλητα και ενορχηστρωμένα σκούζουν εναντίον και του «γιαουρτιού», το οποίο σηματοδοτεί το εφιαλτικό τους αύριο… 
Προλειαίνουν το έδαφος για να κομματιάσουν κάθε λαϊκή εκδήλωση ΟΡΓΗΣ, στιγματίζοντάς τη σαν «φασισμό» και «κανιβαλισμό», σαν «κατάλυση της δημοκρατίας»… 
Αυτοί που τρώνε τις σάρκες του ελληνικού λαού επί χρόνια, σαν πεινασμένα θηρία, οι πραγματικοί ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ, έχουν το θράσος να κατηγορούν τα θύματά τους, σαν «κανίβαλους». 
Αυτοί που έχουν επιβάλει πραξικοπηματικά μια κυβέρνηση της ευρω-χούντας, αυτοί που έχουν παραδώσει την Ελλάδα στην απληστία των τοκογλύφων, αυτοί που ρουφούν, με φασιστική και θηριώδη λαιμαργία, το αίμα του ελληνικού λαού, αυτοί που ασελγούν πάνω στο σώμα, αλλά και στο πτώμα της ελληνικής κοινωνίας, αυτοί που έχουν καταλύσει κάθε έννοια Δημοκρατίας και Δικαίου και έχουν μετατρέψει τη χώρα σε ΑΠΟΙΚΙΑ των μαφιών του χρήματος, αυτοί κατηγορούν το λαό και τις χαλαρές (ακόμα) εκδηλώσεις της ΟΡΓΗΣ του (επεισόδια αυτοάμυνας), σαν «κανιβαλισμό», «τραμπουκισμό», «φασισμό» κ.λπ…
Η σκέψη των ανθρώπων της εξουσίας ΠΑΝΤΑ ήταν διαποτισμένη από διπροσωπία και ψευτιά. Αυτή η διπροσωπία, η ψευτιά και η απάτη έχει πάρει αποκρουστικές διαστάσεις στο πρόσωπο των δωσίλογων ανδρεικέλων που έχουν καθίσει στο σβέρκο μας. 
Εδώ έχουν κηρύξει έναν άγριο, αδυσώπητο και ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του ελληνικού λαού, τον εκτελούν κυριολεκτικά και ωρύονται εναντίον του γιαουρτώματος: Του πιο ευγενούς αμυντικού «όπλου» της λαϊκής οργής… 
Δολοφονούν το λαό, καθημερινά και χωρίς έλεος και απαιτούν να αποδεχτεί τη δολοφονία του και να μη αμυνθεί ούτε με γιαουρτάκια: «Σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω», δηλαδή… 
Αυτή είναι η φιλοσοφία των σύγχρονων δωσίλογων ραγιάδων… 
Ιδιαίτερα αηδιαστική είναι η παρασιτική «αλητεία» των καθεστωτικών μπράβων, ιδιαίτερα των «μπράβων-ειδώλων»: Δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, «επιστήμονες», όλοι αυτοί που τρέφονται και διαφημίζονται από το καθεστώς, όλα αυτά τα ποικίλα και πολύχρωμα μαντεία της προπαγάνδας… 
ΟΛΟΙ αυτοί οι «μπράβοι-είδωλα» ξεκλειδώνουν τη «δημοκρατική τους ευαισθησία», μόνο αν πέσει κανένα γιαουρτάκι στον Νταλάρα ή άλλους του σιναφιού τους. 
Η «ευαισθησία» τους, όπως και το στόμα τους, είναι κλειδωμένα μπροστά στα ΜΕΓΑΛΑ εγκλήματα του καθεστώτος και της κυβέρνησης. 
Κανένας δεν μιλά για τη ΦΡΙΚΗ της λεηλασίας και εξόντωσης της ελληνικής κοινωνίας και του λαού της.
Κανένας δεν μιλάει όταν τα ΜΑΤ και τα όργανα του κράτους και παρακράτους σπάνε τα κεφάλια των διαδηλωτών, καίνε την Αθήνα, βιοπραγούν και πλατσικολογούν, μετατρέποντας την πόλη σε πολεμικό πεδίο τοξικών δηλητηρίων… 
Κανένας, από όλους αυτούς τους «ευαίσθητους» που χαρακτήρισαν «φασισμό» και «κανιβαλισμό» το γιαούρτωμα του εμπορομεσίτη της καθεστωτικής διαπλοκής, του Νταλάρα, δεν έβγαλε άχνα για τις πολεμικές θηριωδίες της κυβέρνησης στην Κερατέα, τις ωμές αυτές και αιματοβαμμένες, τρομοκρατικές πράξεις… 
Τόσα και τόσα τρομοκρατικά και βίαια εγκλήματα συντελούνται καθημερινά και όλοι αυτοί οι θρηνώντες φαρισαίοι της «δημοκρατικής ευαισθησίας», δεν βλέπουν ΤΙΠΟΤΑ, ούτε ακούνε ΤΙΠΟΤΑ… 
ΑΙΔΩΣ ΑΧΡΕΙΟΙ…


Πηγή: Ρεσάλτο

Πόση ακόμη ντροπή;

Σε απο-εθνικοποίηση της χώρας, με αφορμή την οικονομική κρίση, προχωρούν η Τρόικα και οι εγχώριοι συνεργάτες της θέτοντας ζήτημα κατάργησης των στρατιωτικών παρελάσεων και κάθε είδους παρελάσεων στις εθνικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου. Συν, βέβαια, το γεγονός ότι πλέον οι εθνικές επέτειοι αποτελούν πραγματικό εφιάλτη για τις "ελληνικές" κυβερνήσεις, αφού μετατρέπονται πολύ γρήγορα σε εθνικά συλλαλητήρια κατά της ξένης κατοχής.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας (!) Δημήτρης Αβραμόπουλος έθεσε ευθέως ζήτημα κατάργησης της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου ή τουλάχιστον μίας από τις δύο στρατιωτικές παρελάσεις, δήθεν για λόγους οικονομίας.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια σπασμωδική αντίδραση καταρχήν μείωσης του ψυχικού συνδέσμου Ενόπλων Δυνάμεων και Ελλήνων πολιτών, ο οποίος καθημερινά ενισχύεται και τρομάζει τη συμβιβασμένη πολιτική και στρατιωτική ελίτ.
Ιδού το απόσπασμα από τις σχετικές δηλώσεις του ΥΕΘΑ Δ. Αβραμόπουλου:
"Η περικοπή περιττών δαπανών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι είναι αναγκαία. Και όπως είπα πιο πάνω, ήδη έχουν γίνει σε μεγάλο βαθμό. Οι παρελάσεις έχουν ένα συγκεκριμένο σκοπό. Την ενίσχυση του εθνικού μας φρονήματος και γι’ αυτό δεν πρέπει να καταργηθούν. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο. Αντί να έχουμε δύο μεγάλες στρατιωτικές παρελάσεις τον χρόνο, μία στην Αθήνα και μία στη Θεσσαλονίκη, να διοργανώνεται μία κατά έτος εναλλάξ, στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη και γιατί όχι και σε άλλες πόλεις, την ημέρα της εθνικής μας επετείου και μόνο, δηλαδή την 25η Μαρτίου.
Και αυτό ξεχωριστά από τις μαθητικές παρελάσεις, που όχι μόνο δεν στοιχίζουν, αλλά και, όπως όλοι θυμόμαστε από παιδιά, το εθνικό μας φρόνημα και την εθνική μας υπερηφάνεια αναπτερώνουν".
Σε μια εποχή γενικής έκπτωσης ηθικών αρχών και αξιών και σε καιρούς οικονομικής δυσπραγίας, με άσπονδους γείτονες και αλλοτριωμένες πολιτικές ηγεσίες, γιατί δεν καταργούμε εν τέλει και την ελληνική σημαία αλλά και τις ίδιες τις Ένοπλες Δυνάμεις, αφού τους ενοχλούν τόσο πολύ;! 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Σημείωση "τί και πώς" :
Αντί να κόψουν από τους μισθούς τους -που εξακολουθούν να είναι προκλητικά υψηλοί- (αλήθεια συνεχίζει να παίρνει τον μισθό του ο κ. Παπούλιας; Δεν μάθαμε τη συνέχεια του αιτήματός του ...), αντί να κόψουν από τα πολυτελή γραφεία που στήνει κάθε νέος υπουργός, από τους υπουργικούς λογαριασμούς τηλεφώνων, από τις επιχορηγήσεις σε ιδρύματα μαμάδων υπουργών κ.τ.λ. και εν κατακλείδι αντί να κόψουν τον λαιμό τους, κόβουν από την Εθνική Άμυνα και την εθνική μας περηφάνια!
Κοντολογίς, από την τιμή στους ήρωες που κράτησαν λεύτερη τούτη την πατρίδα για νάχουν να ξεπουλάνε αυτοί σήμερα...
Πόσο ακόμη αλήτες, μπορούν να γίνουν οι αλήτες και πόσο ανεκτικοί εμείς; 

Τετάρτη, Μάρτιος 07, 2012

Είμαστε σκλάβοι τους;


Αυτό που βλέπετε δεν είναι μια κακόγουστη "πλακίτσα".
Είναι η διαφήμιση του βρετανικού περιοδικού περιοδικού Spectator και η συγκεκριμένη αφίσα έχει γεμίσει ολόκληρη τη Γερμανία.
Ας την μεταφράσουμε:
 "Οι περισσότεροι Γερμανοί έχουν στην κατοχή τους και μια δεύτερη ιδιοκτησία.
 Το όνομα αυτής, Ελλάδα".
Υπάρχει κάποιος σε τούτη τη χώρα να τους κάνει μήνυση;

Υπάρχει ηγεσία να υπερασπιστεί τούτον τον λαό;
Υπάρχει κάποιος που να ντρέπεται και να έχει τσίπα;
Μήπως πρέπει να αναλάβουν οι Ελληνες;

Τρίτη, Μάρτιος 06, 2012

Ο ταπεινός Γαβριήλ του Φλαμουρίου

 Λίγο τον θυμάμαι.
 Ένας λιγούτσικος γεροντάκος ήταν που χαμογελούσε με έναν παράξενο τρόπο. Θα έλεγα δεν χαμογελούσε για συγκεκριμένο λόγο ή σε συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά το χαμόγελό του είχε μιαν αφαίρεση και μια γενίκευση ταυτόχρονα. Πως λες ότι κάποιος έχει τάδε μάτια ή χείλη, έ αυτός είχε χαμόγελο. Και υποψιάζομαι πως του είχε μείνει από όραμα ή από την διαρκή αναζήτηση του Δεσπότη Χριστού (ίσως και συνάντηση ).
Ο μακαριστός Χριστόδουλος -που ήταν τότε μητροπολίτης μας- τον αγαπούσε και τον σεβόταν πολύ αλλά και όσοι τον είχαν γνωρίσει, αναφέρονταν σε ύψη αγιότητος.
Γαβριήλ το όνομά του και τόπος του το απομονωμένο μοναστήρι του Φλαμουρίου, πίσω στο Πήλιο, όπου για να πας περνάς λαγκάδια και βουνά πεζοπορώντας.
Ηγουμένευε εκεί και ήταν και πνευματικός γέροντας της γυναικείας Μονής του Αγίου Γερασίμου Μακρινίτσας.
Πηγαίνοντας στο Φλαμούρι
Από μακριά....
Με την οικογένειά μου είχε παλαιούς δεσμούς καθώς στο Παλιούρι, το χωριό της μάνας μου, το Φλαμούρι είχε βακούφια και το τότε νεαρό καλογέρι, ο Γαβριήλ, -μαζί με άλλους καλογήρους- κατέλυε στο σπίτι του παππού μου, τους χειμωνιάτικους μήνες που μάζευαν τις ελιές των βακούφικων κτημάτων.
Αυτό το σπίτι ήταν δίπατο με τους χώρους υποδοχής στο ισόγειο και στον επάνω όροφο τις κρεβατοκάμαρες.
Όταν έρχονταν οι καλόγεροι η οικογένεια μαζευόταν στο ισόγειο και άφηνε το πάνω πάτωμα σε κείνους. 
Οι θειάδες και η μάνα μου πάντα έλεγαν πως όλη τη νύχτα άκουγαν το ντάκα - ντούκου από τις γονυκλισίες των μοναχών, στα σανίδια. Σταματούσαν μόνο στις πέντε το πρωί όταν έφευγαν για το διακόνημά τους στα ελαιοπερίβολα...
Στην κοινή τράπεζα αφηγούνταν στα παιδιά ιστορίες που μύριζαν μοσχοθυμίαμα και συναξάρια αγίων που έφτασαν ως εμάς και τα φυλάμε, ως δώρο του μοναστηριού στην οικογένεια.
Αυτός ο Γαβριήλ, συνέχισε τις σχέσεις μαζί μας μέχρι που κοιμήθηκε.
Την μικρότερη κόρη του παππού -που την λένε Γαλάτεια- την φώναζε πάντα Γαλακτίωνα, 
Κύριος οίδε από ποιά παρόρμηση ή ενόραση και σε ποιου Γαλακτίωνος αφιέρωση.
Όταν εκοιμήθη ο παππούς, ο γερο Γαβριήλ τον μνημόνευε στην πρόθεση και μια μέρα που η Γαλάτεια πήγε στο μοναστήρι της Μακρινίτσα (ο γέροντας δεν ήξερε ότι θα πάει) όπως ήταν σκαρφαλωμένος και ίσιαζε τα κεραμίδια του ναού, δίχως να την βλέπει της φώναξε:
" Άντε βρε Γαλακτίωνα και έχω να σου πω νέα για τον πατέρα σου. 
Σήμερα τον είδα όταν τού έβγαλα μερίδα και ήταν πολύ καλά. Και η μάνα σου σε καλό μέρος είναι αλλά ο πατέρας σου, άλλο πράγμα! Αχ και να ήξερες πού είναι...."
Έτσι μάθαμε πως ο παππούς είναι στον Παράδεισο...
Άλλη φορά πάλι, που -ξανά- απροειδοποίητα η θειά μου πήγε στο ίδιο μοναστήρι να εκκλησιαστεί, η μοναχή που ήταν στο ψαλτήρι της είπε " Άργησες και ο Γέροντας ρωτούσε συνέχεια, δεν ήρθε ακόμη ο Γαλακτίωνας;"
Αυτά βέβαια δεν είναι τα μοναδικά περιστατικά που υπογραμμίζουν το "θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού". Υπάρχουν πολλά.
Μια φίλη, που πήγαινε συχνά στον Άγιο Γεράσιμο, μου είχε περιγράψει την εξής σκηνή: 
Ο γερο Γαβριήλ ήταν άρρωστος, λίγο πριν το τέλος και έμενε πια στο μοναστήρι των πνευματικών του θυγατέρων για να τον περιποιούνται και να είναι και πιο κοντά στην πόλη και το νοσοκομείο.
Μια μέρα, πήγε μία μοναχή και άρχισε να καθαρίζει τα τζάμια στο κελλάκι του. 
Ο Γαβριήλ την κοίταζε περίεργα και της λέει " Γιατί το κάνεις αυτό και χάνεις χρόνο από την προσευχή σου; Εμείς στο μοναστήρι δεν τα καθαρίζουμε. Τί μας πειράζουν όπως είναι; Την ψυχή μας να κρατάμε λαμπερή".
Έχει επίσης καταγραφεί ότι "κάποιος ταλαίπωρος χριστιανός ζήλεψε ένα κτήμα του Μοναστηριού στο Φλαμούρι και αγωνιζόταν να το αποκτήσει. 
Ο Χριστοταπεινός Γέροντας του έλεγε: Εγώ γυμνός ήλθα στο Μοναστήρι και γυμνός θα φύγω. Αυτό το κτήμα κάποιος χριστιανός, για δικούς του λόγους, το έδωσε στον Άγιο (Συμεών τον μονοχίτωνα και ανυπόδητο). Μην τα βάζεις με τον άγιο γιατί θα κολασθείς.
Αυτός ο ταλαίπωρος επέμενε και δεν παρατούσε το άθλιο έργο του. Ώσπου μια μέρα έβαλε να κάψει κλαδιά, τα οποία είχε κλαδέψει σε κάποιο περιβόλι του και κάηκε πάνω στη φωτιά!!!".
Σαν μάθαμε ότι εκοιμήθη -στην πόλη- ο Γέροντας (ήταν μια βαριά χειμωνιάτικη μέρα) και πριν μεταφέρουν το σκήνωμά του στο Φλαμούρι τον είχαν προς προσκύνηση και ευλογία σε ένα σπίτι- μετόχι του μοναστηριού, πήγαμε με ένα φίλο να πάρουμε την ευχή του και να στείλουμε χαιρετίσματα στους δικούς μας.
Είχε πάλι αυτό το χαμόγελο και ήταν ζεστός σαν από πυρετό.....
Μετέφεραν το κουρασμένο κορμί αργά το απόγευμα, με αυτοκίνητο ως ένα σημείο, και μετά φόρτωμα πολύτιμο σε ένα ζώο που γλιστρούσε στα νεροφαγωμένα και χιονισμένα μονοπάτια -μέχρι το μακρινό μοναστήρι- για ώρες. 
Τους πήρε νύχτα πηχτή και παγωμένη αλλά κανείς δεν αμφέβαλε ότι το ζώο θα έφτανε -ασφαλώς- στον προορισμό του και έφτασε....
Ο Παππούλης αναπαύτηκε παραδίπλα της Μονής της μετανοίας του για να έχουν πρόσβαση και οι γυναίκες στο μνήμα του, καθώς το Φλαμούρι είναι άβατο.
Τις προάλλες, τον ανέφερε η θειά μου ο...Γαλακτίων και είπα να γράψω γι' αυτόν ως χρέος για τις προσευχές του και ως αντίβαρο στους χάρτινους "ήρωες" της εποχής μας.
Να έχουμε την ευχή του και οι πρεσβείες του να σκεπάζουν την πατρίδα μας και τον κόσμο ολόκληρο.

Δευτέρα, Μάρτιος 05, 2012

Εις μνημόσυνον και εις αντίστασιν


Σ' ένα μνημόσυνο βρεθήκαμε, ανήμερα της Κυριακής της Ορθοδοξίας και ήταν σαν να πήρε καθένας από μια στιγμή παρελθόντος και την λιτάνεψε σε οικογενειακή λιτανεία -κατ' αντιστοιχία με την λιτάνευση των αγίων εικόνων-.
Μετά το αντίδωρο, τα πρώτα κοιτάγματα "είσαι, δεν είσαι εσύ", ήμουν εγώ, ήσουν εσύ, ο καιρός που περάσαμε ανείδωτοι καθυστέρησε την αναγνώριση αλλά στον καφέ βγήκαν οι μνήμες μας, δίπλα στο κόλλυβο του Μανώλη.
-"Θυμάσαι;..."
-"Θυμάμαι!"
Αντίσταση το λέω εγώ, το να θυμάσαι σε καιρούς που όλοι σου λένε να ξεχάσεις.
Πολλά δεν είπαμε. Τα έχουμε από χρόνια ειπωμένα.

Μόνο τα μάτια ψιχάλισαν θύμησες,
τα χείλη προικίστηκαν ένα κοινό τρέμουλο και στα μάτια έβλεπες φούρνους να ανάβουν, ψωμιά να ζυμώνονται, τους πεθαμένους μας να στολίζονται για οικογενειακά γλέντια, την κυρά μας την γιαγιά να δένει βιαστικά το μαντήλι της μην πέσουν τρίχες στην τηγανιά, ένα κοριτσομάνι -που τώρα πια έχει εγγόνια- να τρέχει με έξαψη στα
πεπρωμένα του πλάθοντας πιταστές, ανοίγοντας φύλλα χορτόπιτας, κεντώντας σταυροβελονιά και προσδοκώντας προξενιό, σπίτια άμοιρα -πια- κατοίκων να φωτίζονται ολόχαρα, κρινάκια να ανθίζουν σε κήπους που ξέχασες ότι υπήρξαν κι' ένα αργό βουητό συνολικής ανάσας να ζωντανεύει τις αρχικές και αρχέγονες δομές της οικογένειας.
Ένα κομποσχοίνι οι πολύπλοκες συγγένειες, δευτεροξαδέρφων και βάλε, συμπεθέρων, κουμπάρων, αδελφοποιτών, ανθρώπων που άπλωσαν -κάποτε- τα ρούχα τους στον ίδιο ήλιο και το ίδιο σκοινί μπουγάδας, που μίλησαν γύρω από τραπέζια χαράς, που έκλαψαν πάνω από φέρετρα κοινών αγαπημένων και μετά οι καιροί τους ξεμάκρυναν....
Ο Μανώλης χαμογελαστός και αγαθός στην μνημοσυνιά του φωτογραφία, κοίταζε -αναλλοιώτως- το αντάμωμα. Αμίλητος κι' αυτός, σαν τους ζωντανούς που μόνο με τα μάτια και με τα από ετών προαγιασμένα δώρα των δεσμών του αίματος, επικοινωνούσαν.
Πάνω από τις φασόλες γίγαντες, τα καλαμαράκια, τις σουπιές και τις πατάτες του συχώριου, οι προαπελθόντες γινόταν ένας γλυκός λυγμός και μεις οι ζώντες κόβαμε αμήχανα τις μπουκιές που δεν κατέβαιναν, όχι από θλίψη για τον Μανώλη αλλά επειδή τρέχαμε να προφτάσουμε να ζήσουμε αυτά που μας είχαν ενώσει, αυτά που μας είχαν μάθει να αγαπάμε.
Ήταν ο κόσμος μας ο αληθινός που ξαναζούσε και τρέχαμε ξοπίσω του τώρα, να τον προλάβουμε. Τρέχαμε να στρώσουμε τα κιλίμια μιας άλλης Κυριακής, να μάθουμε ξανά αζούρια, να μαλώσουμε για τα παστέλια, για την ποδηλατάδα, για το μισολιωμένο κραγιόν, για το πιο όμορφο αγόρι, για το σφύριγμα κάτω από τα βραδινά παράθυρα, για το ποιός θα ντυθεί παρανυφάκι στης θειάς το γάμο...Πέθανε κι' αυτή...Μικρή νόμιζα πως οι νύφες δεν πεθαίνουν. Μεγάλη πια, έμαθα πως πεθαίνουν ακόμη και οι γαμπροί, όταν πέθανε ο μπαμπάς μου...Αφού και ο Μανώλης που λέμε, είχε γίνει γαμπρός....Πάει κι' αυτός. Μνημόσυνο του κάνουμε.
Τελικά μόνο τα σοκολατάκια, που έτρωγα κάτω από τις νυφιάτικες φωτογραφίες, μένουν ζωντανά ως μνήμη αλλά και ως μετάλλαξη σε λυγμό γλύκας και σε άφατο γλυκασμό, σαν συναντάς όσους μοιράστηκες μαζί τους κουτιά από σοκολατένιες μαργαρίτες.
'Αδειασαν -εδώ και χρόνια- τα γυαλιστερά κουτιά, θάφτηκαν κάποιοι από τους συνδαιτυμόνες της κοινής μας ζωής, σώθηκαν όμως τα χέρια που ακουμπήθηκαν με σεβασμό και αγάπη και τώρα -με λιγότερη ορμή αλλά με περισσότερη σοφία- έδεσαν τα χέρια του ενός με τα χέρια του άλλου και είπαμε τις σιωπές μας, χαμογελάσαμε τα δάκρυά μας και ξαναγίναμε οικογένεια, πατριά, πατρίδα, εις μνημόσυνον αιώνιον του Μανώλη και των ακριβών μας καιρών....   

Παρασκευή, Μάρτιος 02, 2012

Αναιδείς σπουδές σε μία φωτογραφία



Αγαπώ πολύ αυτή τη φωτογραφία.
 Μου αρέσει τούτος ο σκυφτός και ταπεινός παππούλης, σχεδόν στριμωγμένος στον τοίχο από την ίδια του την έγνοια, μην φανεί, μην τον δουν και τον δοξάσουν περισσότερο από τον Κύριο του, μήπως και γίνει αιτία να μην βλέπουν οι χριστιανοί τον Χριστό.....
Ο συνοδός του ευθυτενής, όχι απαραίτητα με αμαρτωλή προαίρεση, το πιθανότερο ανυποψίαστος ή περήφανος για την αγιότητα αυτού που συνοδεύει.
Στηρίζεται στη βακτηρία του ο Γέροντας και χαμογελάει ένα χαμόγελο-χελιδόνι "κρυμμένο πίσω απ'τ'άσπρα γένια του".
Αγαπώ αυτό το χαμόγελο, λίγο πριν πετάξουν τα περιστέρια των Χαριτωμένων και συναντήσουν τις θλίψεις του κόσμου.
Αγαπώ και τον τρόπο που κυρτώνουν τα κομποσχοίνια την πλάτη του, ώστε διάδημα να δείχνει το καλυμμαύχι του.
Αγαπώ το άλλο του χέρι που κουράστηκε από δοσίματα και αναπαύεται -προσωρινά- παράπλευρα της αγαπώσης καρδιάς ή φυλάγεται από παρσίματα (με τρόμο για οποιονδήποτε πλουτισμό εκτός από εκείνον της θείας Χάρης).
Μου πάει αυτός ο Παππούς. Έτσι τοσοδούλης και σκυφτός, ελέγχει τον εγωισμό μου, φιλοξενεί τις παιδικές μου καραμέλες-αθωότητες στις τσέπες του ράσου του, τα συρτά μικρά βηματάκια του με πάνε στις ιστορίες των θυμιατών, το χαμηλό του βλέμμα διασώζει Παναγίες στις δικές μου πτώσεις, η απαλή του περπατησιά κουράζει τους πειρασμούς που ελλοχεύουν στην χειροκροτημένη αλαζονεία των καιρών.
Τύπωσα την εικόνα.
 Δεν αποτύπωσα την αγιότητα αλλά ελπίζω στα μουρμουρητά των προσευχών σου καλέ μου παπα Νικόλα και στις ευχές του γέροντά μου που σε επικαλείται,
έτσι ώστε να λευτερωθούν τα χελιδόνια πίσω από τα γένια σου και να σιγουρευτούμε πως δεν θα πάψουν να έρχονται οι άνοιξες....

Ο θαυματουργός φτωχόπαπας της Αθήνας


Άγιος Νικόλαος Πλανάς (1851-1932)


Ο άγ. Νικόλαος Πλανάς κι από κάτω η παλιά Αθήνα, από την Ακρόπολη ώς το Λυκαβηττό  
Ο άγιος τούτος, που γιορτάζει 2 Μαρτίου, άγιος που πρόφτασε τον 20ό αιώνα, ήταν παντρεμένος και είχε κι ένα γιο.  Όμως χήρεψε λίγο μετά τη γέννηση του παιδιού του. Γι' αυτό ο λαός μας τον αναγνωρίζει ως προστάτη των παντρεμένων ζευγαριών.
Κάποτε παρακάλεσα κι εγώ, αν και ανάξιος και  τεμπέλης στην προσευχή, για ένα ζευγάρι που κόντευε να βαρέσει διάλυση. Τώρα, με τη χάρη του Θεού, αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους. Λέτε να έβαλε το χεράκι του ο άγιος παπα-Νικόλας;
Ξέρω και μια πρόσφατη εμφάνισή του σε στενή συγγενή καλού μου φίλου, που αγνοούσε εντελώς την ύπαρξή του και μετά ανακάλυψε ποιος είναι, ψάχνοντας τη φωτογραφία του στο Διαδίκτυο. Εμφάνιση που είχε τεράστια σημασία για τη ζωή της.
Μεγάλη υπόθεση λοιπόν αυτό το σκυφτό γεροντάκι, που ήξερε ελάχιστα γράμματα κι η φωνή του δεν ήταν και τόσο καθαρή - αλλά η καρδιά του ήταν πεντακάθαρη...
Αυτό το γεροντάκι που μιλούσε με τα άλογα, που γιάτρευε τα άλογα των αμαξάδων, που τα παιδιά το 'βλεπαν να περπατάει χωρίς να πατάει κάτω (φίλος μου γνώρισε μια γιαγιά στην Αθήνα που είχε ζήσει αυτή την εμπειρία όταν ήταν κοριτσάκι)...

 Λίγα λόγια για τον βίο του

Ο παπα - Νικόλας Πλανάς ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση. 
Ο προγνώστης Θεός τον επροίκισε με το προορατικό χάρισμα, ενώ ήταν ακόμα μικρό παιδί. 
Με την μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε, διηγόταν: “Μια βραδυά χειμωνιάτικη, που καθόμασταν στο τζάκι είπα στον πατέρα μου: “Πατέρα, αυτή την στιγμή εβυθίσθη το καΐκι μας το “Ευαγγελίστρια” έξω από την Πόλη”. Έντρομος ο πατέρας μας, λέγει στην μητέρα μου: “Γυναίκα, τι λέγει το παιδί”; Και όντως, αυτή τη στιγμή επνίγη το καΐκι μας...”. Για να αποφύγη τον θαυμασμό των άλλων, αλλά και τον πειρασμό της υπερηφανείας έλεγε, ότι “όλα τα παιδιά είναι προορατικά”.
Δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και στα δεκαεπτά νυμφεύθηκε στην Αθήνα, όπου μετεκόμισε με την μητέρα και τα αδέλφια του από την γενέτειρά του την Νάξο. Η σύζυγος του απέθανε σε νεαρή ηλικία, αφού εν τω μεταξύ απέκτησαν ένα αγόρι. 
Στην πολυθόρυβη πόλη και μέσα σε τόσες φροντίδες, αφού ήταν πατέρας και μητέρα μαζί για το παιδί του και παράλληλα πνευματικός πατέρας για τους ενορίτες του, έζησε βίον αληθινού ασκητού με νήψη, προσευχή και λατρευτική ζωή.
Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
 Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας.
 Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Μπόρεσε δε να διεισδύση στο βάθος της αγιασμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθή το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους “επαγγελματικούς ιερείς”, όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: 
“Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων... είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος”.
Ήταν, όπως όλοι οι Άγιοι, αφιλοχρήματος και ελεήμων. 
“Περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλά αμέσως διοχετευόταν στην ελεημοσύνη. Ως και νεαρούς διάκους βοηθούσε να σπουδάσουν. 
Πολλές φορές δεν είχε ούτε μια πεντάρα πάνω του. Χωρίς να το προσέξη κάποτε πήρε ένα αμάξι να τον πάη σε κάποιο σπίτι. Όταν έφθασαν και ηθέλησε να πληρώση... κοιτάζει για χρήματα, ξανακοιτάζει, τίποτα. 
Βρέθηκε σε αμηχανία. 
Του λέγει ο αμαξάς: “Δεν είσαι συ ο εφημέριος του Αγίου Ιωάννου, ο παπα - Νικόλας;”
 - “Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι”.
 - Έ, δεν θέλω λεφτά. Μόνον την ευχή σου!””. 
Σε μια άλλη περίπτωση κάποιος, που του διάβασε κάποτε παράκληση, του έδωσε ως πληρωμή κάποιο σεβαστό ποσόν, μέσα σε κλειστόν φάκελο. Αυτός, καθώς πήρε τον φάκελο, τον έδωσε αμέσως κλειστόν σε μια πτωχή, που τον περίμενε πότε να τελειώση την παράκληση. Ο άνθρωπος που του τον έδωσε, άναψε από στενοχώρια. “Μα τον ευλογημένον”, έλεγε, “να μην κοιτάξη καν τι του έδωσα;!”.
Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες και αφάνταστη ψυχραιμία. Έλεγε κάποτε ο ίδιος, συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη: 
“Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν”.
Μεγάλη σημασία έδινε στην προσοχή και την συγκέντρωση του νου κατά την διάρκεια της προσευχής και της λατρείας. 
Στις διδασκαλίες του προς τα πνευματικά του παιδιά τόνιζε πολύ το σημείο αυτό. Μάλιστα, όταν έβγαινε να θυμιάση, κατά την διάρκεια του Όρθρου, πολλές φορές τον είδαν να θυμιά άδεια στασίδια, ενώ αντίθετα δεν θυμιούσε κάποιους από τους παρισταμένους. 
Με το πνευματικό του χάρισμα διέκρινε ότι, κάποιοι από τους παρόντες σωματικά ήσαν ουσιαστικά απόντες, αφού ο νους τους ήταν σκορπισμένος και τριγυρνούσε έξω εδώ κι εκεί, ενώ κάποιοι που απουσίαζαν, λόγω ασθενείας ή για άλλους λόγους, ανωτέρους της θελήσεώς τους, ήσαν νοερά παρόντες και προσευχόντουσαν την ώρα εκείνη.
Λειτουργούσε συχνά και μνημόνευε στην Αγία Πρόθεση πάρα πολλά ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. 
Αξιώθηκε να ακούση ψαλμωδίες αγγέλων.
Προτρέπουμε την ανάγνωση του βίου του, που προκαλεί μεγάλη γλυκύτητα στην καρδιά, όρεξη για προσευχή, μετάνοια και διάθεση για διόρθωση και μίμηση της θεάρεστης ζωής του.

π. Γ. Παπαβαρνάβας

 Απόσπασμα από τη βιογραφία του (από την ιστοσελίδα Σύγχρονοι Γέροντες)


...Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. 
Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες.
 Μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ.
Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός.
 Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο, κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. 
Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα απέθανε η σύζυγός του. 
Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. 
Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Και στην Ενορία αυτή και στην Ενορία του Αγίου Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης υπηρέτησε. Στον Άγιο Ελισσαίο λειτουργούσε καθημερινά.
Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιας του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλωσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. 
Όλοι εσέβοντο τον άγιο Νικόλαο, επίσημοι και αφανείς.
Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη. Όσα του έδιναν αμέσως τα έδινε στους φτωχούς. 
Είχε μισθοδοτήσει ένδεκα οικογένειες χηρών και ορφανών. Χρόνια και χρόνια τους έδινε επίδομα μέχρι που τα παιδιά τους έγιναν δεκατεσσάρων ετών. 
Βοηθούσε νεαρούς Διακόνους στις σπουδές τους.
 Ενίσχυε υλικά και πνευματικά όσους είχαν ανάγκη.
Υπήρξε ο ακαταπόνητος. Για μισό και πλέον αιώνα λειτουργούσε καθημερινά. Λιτός, απέριττος σε όλες του τις εκδηλώσεις!
 Πλούτος του και θησαυρός του, κέντρο της ζωής του η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας! Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης.
 Ήταν νηστευτής. Ενήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η. Επίσης και των Ταξιαρχών ενήστευε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου.
Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνεδίαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα.
Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. 
Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού.
 Ο Θεός εδόξασε τον Άγιο Νικόλαο με το να θαυματουργεί.
 Είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Εθεράπευε ασθενείς, απεμάκρυνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε πρεπόντως.
Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή. 
Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. 
Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. 
Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ' όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του.
Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές.
 Είπε: "Τον δρόμον τετέλευκα!" -τέλειωσα το δρόμο μου (φράση από επιστολή του αποστόλου Παύλου)-]. "Δόξα σοι ο Θεός!. Η Θείο Χάρη να σας ευλογεί"
...και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.
 Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε.
 Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. 
Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. 
Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο!
 Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού.
Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991-1992) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου, και με την φροντίδα του Μητροπολίτου Παροναξίας Αμβροσίου.
Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή.
Ωσαύτως, εορτάζει την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας, η οποία τελείται στον νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Άγιορείτου και Νικολάου του Πλανά ‚στην πόλη της Νάξου.
Ακόμη, την Τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.
Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ι. Μονής Λειμώνος Λέσβου. 
  
Θεόδωρος Εκκλησίαρχος,
Θεολόγος


 Οι σχέσεις με τους ενορίτες του, όπως φαίνονται από το βιβλίο της μοναχής Μάρθας.

 Ο παπα-Νικόλας αδιαφορεί για το πλήθος κι ενδιαφέρεται για το πώς θα τους κάνει μετόχους της αγιαστικής χάριτος των μυστηρίων. 
Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για το βαθμό των κοινωνικών γνωριμιών των «παιδιών» του.
 Για όλα τα προβλήματα τους«διανυκτέρευε σχεδόν, προσευχόμενος» κι ας είχε λειτουργήσει με το δικό του, μοναδικό τρόπο την προηγούμενη και θα λειτουργούσε και τη μέρα που θα ξημέρωνε (αναφέρεται ότι η λειτουργία παρ’ αυτώ διαρκούσε 9-10 ώρες…)
Στη σχέση με τους ενορίτες κυριαρχούσε ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας του προσώπου.
 Εκτός από την ξεχωριστή σε κάθε λειτουργία μνημόνευση όλων των ονομάτων βλέπουμε να μη συμπεριφέρεται ομοιόμορφα και κατά την εξομολόγηση, 
Ανάλογα με τις δυνάμεις και την πνευματική προκοπή του εξομολογούμενου καθόριζε τη νηστεία.
Για τον κάθε ενορίτη του και πνευματικό παιδί του δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις στιγμές της θλίψεως «κατέβασε τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη κι εγκάρδια προσευχή». 
Νιώθει τα ξεχωριστά ατομικά προβλήματα «άκουσε με προσοχή και συμπόνια, …είπε ότι θα προσευχηθεί». Και όταν κάνει παρατηρήσεις τις κάνει με πολύ ευγένεια, διακριτικότητα αλλά και αμεσότητα.
Στους υποτακτικούς του προσπαθεί να δώσει τη σωστή ιεράρχηση των αξιών. Δεν τους πιέζει να συμμετάσχουν πουθενά, αλλά όπου συμμετέχουν πρέπει να συμμετέχουν ολόψυχα. «Ήρθαμε να αγρυπνήσουμε, όχι να κοιμηθούμε…» είπε σε κάποιον που αποκοιμήθηκε κατά την ώρα της αγρυπνίας.
Όταν πρόκειται να κάνει κάτι το καινούργιο, που θα έχει επίπτωση στους γύρω του, ρωτάει «τι λες να συνεχίσουμε και εμείς αυτό; (την προσευχή των Ακοίμητων)» και σέβεται την απάντηση της υποτακτικής του χωρίς να προσπαθήσει να επιβάλλει τη γνώμη του. 
Δε διστάζει να ζητήσει συγγνώμη«σας παιδεύω, παιδιά μου, να με συγχωρέσετε», «να με συγχωρέσεις… είμαι λιγάκι παράξενος!» από τους συνεργάτες του όταν καταλαβαίνει ότι η προσωπική του επιθυμία και διάθεση για συνέχιση του αγώνα και της προσευχής, τους κουράζει:
Όλες του οι ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα το γαλήνεμα του εσωτερικού κόσμου όσων τον πλησίαζαν. «Αποφάσισαν να τον φέρουν (ένα δαιμονισμένο) στο μικρό και ήσυχο λιμανάκι, εκεί που κατέφευγαν όλες οι κυματοδαρμένες από τις φουρτούνες της ζωής ψυχούλες». Ακόμη και η κουβέντα που είπε σε κάποιον στεναχωρημένο αμαξά «δεν πειράζει παιδί μου, πηγαίνω με τα πόδια», αντανακλούν τη γαλήνη που έκρυβε μέσα του. Η γαλήνη αυτή έκανε τον άλλον να παραμερίζει οποιαδήποτε εμπόδια και καλλιεργούσε την ειρήνη στις μεταξύ τους σχέσεις.
Ως καλός ποιμένας, γνωρίζει καλά το ποίμνιο του και προσπαθεί να το γνωρίσει ακόμη καλύτερα. Όταν μια φορά είχε μείνει από πρόσφορο και δεν θα μπορούσε να τελέσει τη Θεία Λειτουργία έστειλε να ζητήσουν από τις γυναίκες «που ήξερε πως πάντα είχαν πρόσφορο». Ανακαλύπτει ένα κρυμμένο λεπρό και τον εντάσσει στα πλαίσια των ασχολιών του. 
Προσπαθεί να νιώσει την ουσία των προβλημάτων και μετά να προσφέρει τη βοήθεια του. Αυτό του δίνει την άνεση να έχει ξεκάθαρη στάση απέναντι τους και να μην τους κάνει να πικραίνονται ποτέ γιατί έβλεπαν ότι ο παπα-Νικόλας δεν έβλεπε τον άνθρωπο μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα και κατά πρώτον λόγο έπρεπε να καλυφθούν οι σωματικές ανάγκες και μετά να προσεγγιστεί ο πιστός και από την «πνευματική» σκοπιά.
«Προσφέρθηκε να βάλει την περιουσία του ενέχυρο, για να σωθεί ο πλησίον του», «ένα γεροντάκι τον επισκεπτόταν δις της εβδομάδας και τον συντηρεί σχεδόν (ο παπα-Νικόλας)» -βλέπουμε ότι δεν αφήνει στο φιλόπτωχο την υλική συμπαράσταση- «πήρε τον φάκελο κλειστό με σεβαστό ποσόν…, τον έδωσε αμέσων κλειστό σε μια πτωχή, είχε κόψει μισθό σε έντεκα οικογένειες χήρων και ορφανών. …Χρόνια διατηρεί το επίδομα…», «περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλ’ αμέσως το διοχέτευε στην ελεημοσύνη», προσεύχεται για να βρει κάποιος οικογενειάρχης δουλειά, προσεύχεται για ν’ απαλλαγεί από τους στομαχικούς πόνους μια ενορίτισσα του, και ακόμη, και μετά το θάνατο του, προσωπικά του αντικείμενα ή και μια ευχή στ’ όνομα του έδιναν λύση σε επείγοντα σωματικά προβλήματα.
Οι πράξεις του αυτές είχαν καλλιεργήσει ένα σεβασμό του ποιμνίου του, που τον συνόδευε σε κάθε του βήμα. 
Τον υποδέχονταν με χαρά και προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί του, να πάρουν την ευλογία του- ακόμη και οι οδηγοί θα είχαν εκείνη τη μέρα περισσότερα κέρδη! 
Δεν ενδιαφέρονταν για την πτωχική εξωτερική του εμφάνιση, ούτε και για το ότι ήταν κατά κόσμο αμόρφωτος.
 Όμως και ο παπα Νικόλας καταλάβαινε την αγάπη τους, δεν τη εκμεταλλεύονταν και δεν αδιαφορούσε όταν κάποιο «παιδί του» ετοίμαζε κάτι γι’ αυτόν. 

Πρόθυμα συγχωρεί τις πράξεις των άλλων που τον έχουν ως στόχο

Συγχωρεί τον νεωκόρο που τον μούντζωνε, συγχωρεί αυτούς που θέλουν να τον εμπαίξουν. Αυτό, όμως, που δεν συγχωρεί είναι η ασυγχωρησία: Θεωρούσε ένοχο έναν κληρικό που είχε αφορίσει μια κυρία και πέθαναν και οι δύο ασυγχώρητοι.
Κυριότερο μέσο αγωγής είχε το παράδειγμα και την έμπρακτη νουθεσία. Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ».
Πηγαίνει νωρίς σ’ ένα σπίτι για να μπορέσει να λειτουργήσει την επόμενη, δίνοντας την αφορμή στο σπιτικό εκείνο να συλλειτουργηθεί μαζί του. Ελέγχει με πολύ όμορφο τρόπο τη συμπεριφορά των άλλων και τους κάνει να καταλάβουν το βαθύτερο αίτιο των σφαλμάτων τους, «έβαλε κανόνα» σε ένα αστεφάνωτο ζευγάρι μόνο όταν τους καλλιέργησε πνευματικά, και εξηγεί με πολύ αγάπη σε μια γυναίκα που ζούσε παράνομα για ποιο λόγο δεν μπορεί να αποδεχθεί το πρόσφορο της. Έτσι η γυναίκα καταλαβαίνει ότι δόγμα και ήθος είναι ένα και το αυτό.
Ακόμη κι όταν βλέπει ότι η αγάπη του δεν βρίσκει ανταπόκριση και η καλημέρα του δεν απαντάται, αυτός συνεχίζει ακάθεκτος την προσπάθεια του για να δείξει ότι η αγάπη καταργεί όλα τα σύνορα: «δεν είχε εχθρό κανένα». 
Φυσικά, προτιμά να προλάβει μια κατάσταση παρά να τη νουθετήσει εξ υστέρων: Ενίσχυε τις νεαρές χήρες «διότι η φτώχεια εξωθεί προς την διαφθορά». Το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο προς τον συνάνθρωπο αδιαφορώντας για την πολιτική του τοποθέτηση. 
Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν τον ρώτησαν κάτι για τα πολιτικά, αυτός απάντησε: «Ποιος κυβερνάει τώρα;»
Ποτέ, επίσης, για κάποιο αίτημα του δεν έκρουσε την πόρτα ισχυρών- ούτε ενδιαφερόταν τι θέση κατείχε ο εξομολογούμενος. 
Ο παπα Νικόλας έκρουε συνεχώς την πόρτα του Θεού. 
Προσπαθεί να παρηγορήσει για πράγματα που νιώθει ότι στενοχωρούν τους άλλους αλλά δεν τους βλάπτουν πνευματικά: «δεν πειράζει παιδί μου» είπε σ’ έναν αμαξά όταν αφήνιασαν τ’ άλογα του, «μη στεναχωριέσαι» είπε στην ψάλτρια του όταν περπατούσαν στο σκοτάδι και ο ίδιος δεν στεναχωρούνταν ακόμα και με πράξεις που δικαιολογημένα θα έκαναν άλλους να αγανακτήσουν, αλλά διδάσκει την υπομονή και την αγάπη με καλοσύνη και απάθεια.

Αξιοθαύμαστα στιγμιότυπα από τη ζωή του 


Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά, όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του προς τον Θεό.
Οι ακολουθίες του Παππού, όπως τον φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. 
Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους, έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά. 
Συχνά πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να προλάβουν να είναι πρώτα στο ιερό και έτσι να ντυθούν τη στολή τους για να βοηθήσουν τον Άγιο στη Θεία Λειτουργία. Ακολουθούσαν τις οδηγίες του και συμμετείχαν και αυτά με τον τρόπο τους στο δοξολογικό ύμνο προς το Θεό. Δεν τα στενοχωρούσε η πολύωρη ακολουθία. Αντίθετα, τους άρεσε αφού κοντά στον Άγιο ένιωθαν απερίγραπτη γαλήνη και σιγουριά.
Αρκετές φορές τα παιδιά είχαν δει ένα παράδοξο θέαμα. Κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας έβλεπαν τον Άγιο να στέκεται ψηλότερα από τη γη και τα πόδια του να μην αγγίζουν στο έδαφος. Πολλά παιδιά τρόμαζαν και έτρεχαν με φόβο να το ανακοινώσουν στους γονείς τους που, μολονότι δεν έβλεπαν αυτό το θαυμαστό γεγονός, δάκρυζαν και ευχαριστούσαν τον Θεό που τους αξίωνε να βρίσκονται κοντά στον ευλογημένο ιερέα. Στη συνέχεια καθησύχαζαν τα παιδιά και με ακόμα μεγαλύτερη πίστη συμμετείχαν στην ακολουθία.
Κάποια μέρα που ο Άγιος βρισκόταν σ’ ένα από τα αγαπημένα του ξωκκλήσια για να λειτουργήσει, παρατήρησε πως δεν υπήρχε κανένα πρόσφορο. Δεν ταράχτηκε. Προτίμησε να περιμένει με τη βεβαιότητα ότι σύντομα κάποιο πρόσφορο θα βρισκόταν.
 Άλλωστε τόσα χρόνια, όσες φορές είχε συμβεί να μην έχει πρόσφορο, πάντα την κατάλληλη στιγμή, κάποιος θα έφερνε, ή αν έπρεπε κάποιος από το εκκλησίασμα πήγαινε σε κοντινό φούρνο και αγόραζε ένα. 
Εκείνη τη μέρα όμως τα πράγματα δυσκόλευαν….
 Η ώρα περνούσε και κανένας δεν έφερνε πρόσφορο. Έψαξε καλά στα ράφια του ιερού μήπως και υπήρχε κάποιο από προηγούμενη φορά, μα δε βρήκε τίποτα.
 Τότε έκανε νόημα σε δύο πνευματικά του παιδιά να πλησιάσουν στο ιερό και τους ζήτησε να πάνε γρήγορα στο φούρνο και να ζητήσουν πρόσφορο κι αν δεν έβρισκαν να ζητούσαν από κάποιες ενορίτισσες που πάντα φρόντιζαν και είχαν.
Έφυγαν τρέχοντας από το εκκλησάκι οι δύο, μα μάταιος ο κόπος τους. 
Λίγη ώρα αργότερα γύρισαν με άδεια χέρια πίσω και ανακοίνωσαν στον Άγιο πως, παρά την προσπάθεια τους, κανένας δε βρέθηκε να τους εξυπηρετήσει. Ο Άγιος ευχαρίστησε τα πνευματικά του παιδιά για τον κόπο τους και έμεινε μόνος του στο ιερό. Στενοχωρήθηκε πολύ και τα ασκητικά του μάτια γέμισαν δάκρυα. Η ώρα είχε περάσει. Ο Όρθρος έφτανε στο τέλος και ο ευλογημένος ιερέας δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη Θεία Λειτουργία. Τόσα χρόνια, καθημερινά λειτουργούσε, μα εκείνη τη μέρα με θλίψη θα έπρεπε να διακόψει αυτή την ευλογημένη σειρά. Με ασταμάτητα δάκρυα κοιτούσε την εικόνα του Εσταυρωμένου και με δυνατή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριο να μη του στερήσει τη Θεία Λειτουργία.
Ξαφνικά βλέπει πάνω στην Αγία Τράπεζα ένα μικρό πρόσφορο που άχνιζε. 
Ήταν ολόφρεσκο και τοποθετημένο στη μέση.
 Μόλις το είδε ο Άγιος έκανε το σταυρό του και ύψωσε τη δακρυσμένη ματιά του προς τον ουρανό ευχαριστώντας το Θεό. 
Το θαύμα είχε γίνει. 
Κάποιος άγγελος σταλμένος από το Χριστό είχε τοποθετήσει το μικρό πρόσφορο στην Αγία Τράπεζα.
 Ο Άγιος σκέφτηκε πως ένα τέτοιο θαυμαστό γεγονός δεν έπρεπε να μείνει κρυφό. 
Κρατώντας λοιπόν το θεόσταλτο δώρο βγήκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ιερού και διακόπτοντας τους ψάλτες έδειξε το πρόσφορο προς το εκκλησίασμα και είπε συγκινημένος: “Κοιτάξτε παιδιά μου τι σημείο μας έκανε ο Θεός”. Ο κόσμος σάστισε. Χωρίς πολλά λόγια ο Άγιος εξήγησε τι είχε προηγηθεί και αμέσως προχώρησε πάλι μέσα στο ιερό και σαν να είχε συμβεί κάτι απλό και συνηθισμένο συνέχισε την ακολουθία.
Στο μεταξύ, βαθιά συγκίνηση κατέλαβε τους παρευρισκόμενους όταν συνειδητοποίησαν πως ένα μεγάλο θαύμα – σημείο, όπως τους είπε ο Παππούς – είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Όλων τα μάτια βούρκωσαν και στράφηκαν με ευγνωμοσύνη προς την εικόνα του Χριστού που τη φώτιζε αμυδρά ένα μικρό καντήλι. Ευχαριστούσαν τον Κύριο για το μεγάλο θαύμα. Τον ευχαριστούσαν όμως και για την ευλογημένη παρουσία του Παππού κοντά τους.
Μέχρι την απόλυση της Θείας Λειτουργίας όλοι ήταν συγκλονισμένοι και με δυσκολία συγκρατούσαν τα δάκρυα τους. 
Μόνο ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση του θαύματος που είχε γίνει. Άλλωστε για τον ίδιο τα θαύματα ήταν μέρος του καθημερινού του προγράμματος και η ταπεινή του ψυχή ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε για τα θεία σημεία.
 Ήταν για τον Άγιο τα θαύματα φυσιολογικά, όπως φυσιολογική ήταν και η αστείρευτη πίστη και αγάπη του στο Θεό.

(Από το βιβλίο «Το πρώτο μου συναξάρι», εκδόσεις Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, 1997)

(Πηγή: Νεκρός για τον κόσμο)

Πέμπτη, Μάρτιος 01, 2012

Αντιστεκόμαστε


Το θαύμα που δεν ξεχάστηκε

Η ταινία "Το θαύμα" (Miracle) του Alexander Proshkin (βραβεύτηκε στο 31ο Φεστιβάλ Μόσχας με ειδικό βραβείο) βασίζεται σε ένα αληθινό γεγονός που συνέβη στην πόλη Κουιμπίσεβ (σημερινή Σαμάρα) της Σοβιετικής Ρωσίας, το έτος 1956.

Πρόκειται για ένα θαύμα που συντάραξε και έφερε σε μετάνοια εκατοντάδες ανθρώπους.

Στην πόλη αυτή ζούσε μία ευσεβής μητέρα και η κόρη της Ζωή. 

Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς (31 Δεκεμβρίου) του 1956 η Ζωή προσκάλεσε επτά φίλες της και άλλους τόσους νεαρούς σε δείπνο και χορό. Τότε ήταν η νηστεία των Χριστουγέννων (στη Ρωσία οι εορτές ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Η νηστεία των Χριστουγέννων διαρκεί από τις 28 Νοεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου του επόμενου έτους) και η μητέρα παρακάλεσε την Ζωή να μην προγραμματίσει μια εσπερίδα με χορούς και φαγητό αλλά η κόρη επέμενε στο δικό της. 
Εκείνο το βράδυ η μητέρα πήγε στην Εκκλησία να προσευχηθεί.
Μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι , αλλά ο αρραβωνιαστικός της Ζωής, ο Νικόλαος, δεν είχε έρθει ακόμη. Οι κοπέλες και τα αγόρια χωρίστηκαν σε ζευγάρια και άρχισαν το χορό. 

Η Ζωή έμεινε μόνη της. Από αμηχανία χωρίς να πολυσκεφθεί , κατέβασε την εικόνα του αγίου Νικολάου του Θαυματουργού από τον τοίχο και είπε: «Θα πάρω αυτόν τον Νικόλα και θα πάω να χορέψω μαζί του», χωρίς να δίνει σημασία στις φίλες της, οι οποίες την συμβούλευσαν να μη κάνει αυτήν την βλάσφημη ενέργεια, αλλά απάντησε με θράσος: «Αν υπάρχει Θεός, ας με τιμωρήσει!»

Άρχισε να χορεύει , έκανε δύο γύρους , οπότε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο γίνεται ένας φοβερός θόρυβος, ανεμοστρόβιλος, και έλαμψε φως εκτυφλωτικό σαν αστραπή.

Η διασκέδαση γύρισε σε φρίκη και τρόμο.

 Όλοι έφευγαν φοβισμένοι από το δωμάτιο. Μόνο η Ζωή στεκόταν ακίνητη, με την εικόνα του Αγίου κολλημένη στο στήθος , απολιθωμένη και παγωμένη σαν μάρμαρο. 

Οι γιατροί , που γρήγορα κατέφθασαν , δεν μπόρεσαν να την συνεφέρουν παρά τις προσπάθειες τους. Οι βελόνες των ενέσεων , που ήθελαν να της κάνουν , στράβωναν και έσπαζαν καθώς κτυπούσαν πάνω στο μαρμαρωμένο κορμί της! Θέλησαν να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο, αλά δεν μπόρεσαν να την μετακινήσουν από την θέση της. Τα πόδια της λες και ήσαν καρφωμένα στο πάτωμα. Αλλά , η καρδιά χτυπούσε! Η Ζωή ήταν ζωντανή . Δεν μπορούσε όμως πλέον να φάει ούτε να πιεί…

Όταν η μητέρα της γύρισε και είδε τι συνέβη, έπεσε αναίσθητη και την μετέφεραν στο νοσοκομείο από το οποίο βγήκε σε μερικές ημέρες. Η πίστη της στην ευσπλαχνία του Θεού και οι θερμές μητρικές της προσευχές για συγχώρηση της δύστυχης, ανανέωσαν , με τη Χάρι του Θεού , τις ζωτικές της δυνάμεις.

Η Ζωή ήλθε σε συναίσθηση και με δάκρυα ζητούσε συγχώρηση και βοήθεια.
Τις πρώτες ημέρες το σπίτι της Ζωής ήταν κυκλωμένο από πλήθος κόσμου, από πιστούς που ήρθαν ή ακόμη και που βάδισαν από μακριά, περίεργους , γιατρούς και πνευματικά πρόσωπα. Αλλά, γρήγορα, κατ’ εντολή των αρχών, το σπίτι έκλεισε για τους επισκέπτες. 

Δύο αστυνομικοί φύλαγαν σκοπιά, εναλλάξ ανά οκτάωρο. 

Κάποιοι από τους φύλακες που ήσαν ακόμη νέοι(28-30) άσπρισαν από την φρίκη ακούγοντας κάθε νύχτα τη Ζωή να βγάζει τρομακτικές κραυγές.

Νύχτες και νύχτες δίπλα της προσευχόταν η μητέρα. 

-Μαμά, προσευχήσου! Προσευχήσου, γιατί χάνομαι για τις αμαρτίες μου! Προσευχήσου! Φώναζε η Ζωή.
Για όλα όσα συνέβησαν ενημέρωσαν και τον Πατριάρχη και τον παρεκάλεσαν να ευχηθεί υπέρ της αναρρώσεως της Ζωής. Ο Πατριάρχης απάντησε: "Εκείνος που την τιμώρησε εκείνος και θα την ελεήσει!"
Μεταξύ των προσώπων που επετράπη  να επισκεφθούν τη Ζωή ήσαν:
1 Εγνωσμένου κύρους καθηγητής της ιατρικής που κατέφθασε από την Μόσχα. Αυτός βεβαίωσε ότι η καρδιά δεν σταμάτησε να χτυπά.
2. Ιερείς, τους οποίους προσκάλεσε η μητέρα της για να πάρουν από τα χέρια της Ζωής τον άγιο Νικόλαο. Αλλά ούτε εκείνοι μπόρεσαν να ξεκολλήσουν την εικόνα από τα απολιθωμένα χέρια της.
3. Ο ιερομόναχος Σεραφείμ από την έρημο του Γκλίνσκ, ο οποίος ήρθε στο Κουιμπίσεβ για την εορτή των Χριστουγέννων και τέλεσε αγιασμό και αγίασε την εικόνα. Κατόπιν είπε: «Τώρα πρέπει να περιμένουμε κάποιο σημείο το Πάσχα! Αν δεν γίνει τίποτε , σημαίνει ότι πλησιάζει το τέλος του κόσμου!», δείχνοντας με τα λόγια αυτά την βαθιά του πίστη σ’ ένα θαύμα.
4. Ο Μητροπολίτης Νικόλαος , ο ποίος επίσης διάβασε παράκληση και είπε: «νέο θαύμα να περιμένουμε το Πάσχα», επαναλαμβάνοντας τον λόγο του ευσεβούς ιερομόναχου.
Τις παραμονές της εορτής του Ευαγγελισμού (που εκείνη τη χρονιά έπεσε το Σάββατο της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής) πλησίασε προς τους φύλακες της Ζωής ένας καλοσυνάτος Γέροντας και τους παρεκάλεσε να του επιτρέψουν να δει την Ζωή αλλά οι φύλακες αστυνομικοί αρνήθηκαν. Ήρθε ο Γέροντας και την επόμενη ημέρα, αλλά πάλι οι επόμενοι φύλακες δεν τον άφησαν. Την τρίτη φορά ,ανήμερα του Ευαγγελισμού , οι φύλακες τον άφησαν. Η φρουρά τον άκουσε πόσο εύσπλαχνα μίλησε στην Ζωή μπαίνοντας: «Λοιπόν , κουράστηκες από την ορθοστασία;»
Πέρασε λίγη ώρα και όταν οι φρουροί θέλησαν να βγάλουν έξω τον Γέροντα, αυτός δεν ήταν μέσα στο δωμάτιο…
Όλοι ήσαν βέβαιοι ότι εκείνος ήταν ο ίδιο ο άγιος Νικόλαος. 


Έτσι η Ζωή έμεινε όρθια 4 μήνες (128 μέρες), μέχρι το Πάσχα ακριβώς, που εκείνη τη χρονιά έπεσε 23 Απριλίου (6 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο).

Τη νύχτα της Λαμπροφόρου Αναστάσεως του Χριστού η Ζωή άρχισε να φωνάζει ιδιαίτερα δυνατά: 

-Προσεύχεσθε!
Οι νυχτερινοί φύλακες ανατρίχιασαν και άρχισαν να την ρωτούν: «Γιατί φωνάζεις τόσο φοβερά;»
Ακολούθησε η απάντηση:
-Φοβερό ! Καίγεται η γη! Προσεύχεσθε! Όλος ο κόσμος χάνεται για τις αμαρτίες του, προσεύχεσθε!
Από εκείνη τη στιγμή η Ζωή αναζωογονήθηκε, οι μύες άρχισαν να μαλακώνουν , να ζωντανεύουν. Τελικά την έβαλαν στο στρώμα, αλλά εκείνη συνέχισε να φωνάζει και να καλεί όλους σε προσευχή για τον κόσμο που χάνεται για τις αμαρτίες, για την γη που καίγεται για τις ανομίες της.
-Πως έμεινες ζωντανή μέχρι τώρα; Ποιος σε έτρεφε; την ρώτησαν
-Περιστέρια, περιστέρια με έτρεφαν, ήταν η απάντηση .

 Από αυτό έγινε φανερό ότι έλαβε έλεος και συγχώρηση από την Δεξιά του Κυρίου Παντοκράτορος. 

Ο Κύριος συγχώρησε τις αμαρτίες της Ζωής, με την παρουσία του αγίου Νικολάου του Θαυματουργού και λόγω των μεγάλων βασάνων της και της ορθοστασίας κατά την διάρκεια των 128 ημερών.

Όλα αυτά τα γεγονότα συνετάραξαν τους κατοίκους του Κουιμπίσεβ και των περιχώρων. 


Πολλοί άνθρωποι βλέποντας τα θαύματα, ακούγοντας τα ουρλιαχτά και τις παρακλήσεις της να προσευχόμαστε για τους ανθρώπους που χάνονται εξ αιτίας των αμαρτιών τους, ξαναβρήκαν την πίστη τους στον Θεό. Γύρισαν στην Εκκλησία με μετάνοια. Όσοι δεν φορούσαν σταυρό , άρχισαν να φορούν κατά την εποχή εκείνη που μόνο γι’ αυτό ήταν δυνατόν να πληρώσουν με τη ζωή τους. Η επιστροφή ήταν τόσο μαζική ώστε δεν έφθασαν τα σταυρουδάκια των εκκλησιών για όλους όσους ζητούσαν.

Με φόβο και δάκρυα ζητούσε ο λαός συγχώρεση των αμαρτιών , επαναλαμβάνοντας τα λόγια της Ζωής: «Φοβερό, η γη καίγεται, χανόμαστε για τις αμαρτίες μας! Προσεύχεσθε! Οι άνθρωποι χάνονται για τις ανομίες τους!».

Την τρίτη ημέρα του Πάσχα η Ζωή έφυγε για τον Κύριο , αφού διήνυσε τον δύσκολο δρόμο της ορθοστασίας των 128 ημερών μπροστά στο πρόσωπο του Κυρίου για την συγχώρεση όλων των αμαρτιών της. 


Το άγιον Πνεύμα την διατηρούσε στη ζωή όλες αυτές τις ημέρες για να αναστήσει την ψυχή της από τον θάνατο της αμαρτίας, ώστε στην μέλλουσα αιώνια ημέρα να την αναστήσει εν σώματι για την ζωή την αιώνιο. Όπως, άλλωστε το λέει και το ίδιο το όνομά της: Ζωή.



Σχόλιο (του ρωσικού πρωτοτύπου): 
Στον σοβιετικό τύπο εκείνης της εποχής είχε επίσης σχολιαστεί η περίπτωση της Ζωή. 

Απαντώντας στα γράμματα που έφθαναν στην διεύθυνση διάσημης εφημερίδος, ένας αλαζονικός επιστήμων υποστήριξε ότι το γεγονός με την Ζωή πράγματι δεν είναι φανταστικό, αλλά εν τούτοις δήλωσε ότι είναι μια μορφή ακαμψίας άγνωστη ακόμη στην επιστήμη. 
Είναι προφανής η αναλήθεια μιας τέτοιας υπόθεσης, διότι: Πρώτον, στην ακαμψία δεν υπάρχει τέτοια πετρώδης σκλήρυνση του δέρματος, ώστε οι γιατροί να μη μπορούν να κάνουν ένεση στον άρρωστο. 
Δεύτερον , μπορεί ένας τέτοιος άρρωστος να μεταφερθεί από τόπο σε τόπο, ενώ η Ζωή δεν μπορούσαν να την μετακινήσουν· αυτή στεκόταν όρθια και μάλιστα τόσο πολύ που οι συνήθεις άνθρωποι δεν μπορούν να σταθούν. 
Τρίτον , η αρρώστια καθ’ εαυτή δεν επιστρέφει τον άνθρωπο στον Θεό και δεν φέρει αποκαλύψεις από τον ουρανό, ενώ στην περίπτωση της Ζωή όχι μόνο χιλιάδες άνθρωποι ξαναβρήκαν την πίστη τους στον Θεό, αλλά φανέρωσαν την πίστη τους έμπρακτα, δηλαδή βαπτίστηκαν και έζησαν ηθικά. Όχι μόνο πίστεψαν ότι υπάρχει Θεός, αλά και έγιναν Χριστιανοί. Απ’ αυτό είναι φανερό ότι δεν επρόκειτο για απλή ασθένεια, αλλά για κάποια θεϊκή οικονομία. Αυτός έμπρακτα στερεώνει την πίστη, για να λυτρώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες και από τη τιμωρία γι’ αυτές. 

Νέα στοιχεία για το θαύμα του Αγ.Νικολάου.Ποιός πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής;


Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΣΙΑΠΟΤΚΙΝ 

Πρόκειται για μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν το γεγονός,αλλά και μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι ενώ η Ζωή έμεινε πετρωμένη για 128 ημέρες,την εικόνα του Αγίου Νικολάου τελικά την είχε πάρει από τα χέρι της ο ιερομόναχος Σεραφείμ Τσιαπότκιν.
Όπως είδαμε στο παραπάνω άρθρο, μεταξύ εκείνων που  επισκέφθηκαν την Ζωή ήταν και ο γέροντας Σεραφείμ (Τσιαποτκιν) από την έρημο του Γκλίνσκ, ο οποίος ήρθε στο Κουιμπίσεβ για την εορτή των Χριστουγέννων και τέλεσε αγιασμό και άγιασε την εικόνα.
Μετά από πολλά χρόνια απ’όταν έλαβε χώρα αυτό το γεγονός ο γέροντας Σεραφείμ ρωτήθηκε εάν αυτός πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής.
Ο πρωθιερέας Ανατόλι Λιτβίνκο,κληρικός στην επαρχία της Σαμάρας, θυμάται ότι απέφευγε ν’απαντήσει:Έσκυψε το κεφάλι ταπεινά και από την σιωπή του κατάλαβα ότι ναι,αυτό είχε συμβεί.
Το έκρυβε από ταπείνωση αλλά και επειδή οι αρχές μπορεί να τον συνελάμβαναν εκ νέου, επειδή είχαν αρχίσει να έρχονται στην εκκλησία του για να προσκυνήσουν την θαυματουργή εικόνα.Οι αρχές ζήτησαν η εικόνα να μεταφερθεί στο ιερό για να μην μαζεύεται κόσμος.

Πολλοί πιστοί από την Σαμάρα γνώριζαν την Άννα Ιβάνοβνα Φεντοτνοβα.
Η ίδια θυμάται:«Εκείνες τις ημέρες είχα πάει δύο φορές στο σπίτι της Ζωής.Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από αστυνομικούς.Ρώτησα έναν αστυνομικό εάν είναι αλήθεια ότι η Ζωή κοκάλωσε. Αυτός μου είπε:«Με ρωτάτε όπως ακριβώς η σύζυγός μου.Δεν θα σου πω όμως τίποτα. Κοίτα μόνη σου…»
Τότε έβγαλε το καπέλο του και της έδειξε τα μαλλιά του τα οποία είχαν ασπρίσει σε μία νύχτα!

«Αυτό σου φτάνει. Κάθε κουβέντα είναι περιττή. Άλλωστε έχουμε υπογράψει να μην μιλήσουμε. Αν ήξερες όμως τι φόβο πήρα, κοιτάζοντάς την»
Πρόσφατα ο εφημέριος της ενορίας της Αγίας Σοφίας της πόλης της Σαμάρας, π.Βιτάλιος Καλάσνικωβ, ανέφερε:«Η θεία της μητέρας μου,Άννα Πάβλοβνα Κλάσνικοβα, ήταν γιατρός στο ασθενοφόρο στο Κοθιμπάσεβ.Το πρωί της ημέρας εκείνης ήρθε να μας βρει και μας είπε:”Εσείς κοιμάστε αλλά η πόλη όλη είναι στο πόδι”.
"Αν και είχε υπογράψει άρχισε να μας διηγείται πως είχε δει την Ζωή να μοιάζει σαν μία πέτρα. Είχε δει και την εικόνα του Αγίου Νικολάου στα χέρια της. Επίσης μας διηγήθηκε πως όσες ενέσεις και αν της έκανε,οι βελόνες έσπαγαν. Όλοι μείναμε συγκλονισμένοι.
Η Καλασνίκοβα εργάστηκε για πολλά χρόνια στο ασθενοφόρο. Πέθανε το 1996.Εγώ έγινα ιερέας πριν από την κοίμησή της. Πολλοί που άκουσαν εκείνο το πρωί αυτήν την διήγηση, ζουν ακόμη»
Η Βαλεντίνα Νικολάεβνα Μ. (από την πόλη Μπέλγκοροντ) θυμάται: 
«Είχα έρθει στον π.Σεραφείμ. Την νύχτα έμεινα στο σπίτι της Μαρίας Ρομάνοβνα, όπου είχαν μαζευτεί πολλοί χριστιανοί. Έκανε πολλή ζέστη και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Μετά από λίγο βγήκαν έξω και δύο νεαροί. Αρχίσαμε να συζητούμε. Ήταν φοιτητές στο Θεολογικό Σεμινάριο. Τους ρώτησα για την Ζωή .Όταν έγινε το θαύμα ήταν μικροί. Χάρη σ' αυτό το θαύμα πίστεψαν στον Χριστό.Τώρα είχαν πνευματικό τον γέροντα Σεραφείμ και μου ομολόγησαν ότι ο γέροντας ήταν εκείνος που πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής»…
Μετά την ακολουθία η πρεσβυτέρα Αικατερίνη Λούτσινα (αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Σεραφίμα) με ρώτησε εάν προσκύνησα την εικόνα του Αγίου Νικολάου
-Ναι,της απάντησα
-Ποιάν εικόνα ακριβώς προσκύνησες, με ξαναρώτησε.
Της έδειξα την μεγάλη εικόνα του Αγίου Νικολάου στον τοίχο
-”Όχι αυτήν” μου είπε. Προσκύνα εκείνην που είναι στο αναλόγιο. Είναι η εικόνα που πήρε ο γέροντας Σεραφείμ από τα χέρια της Ζωής.Ο γέροντας μου είπε να μην το πω σε κανέναν. Εάν μαθευτεί υπάρχει κίνδυνος να τον ξανασυλλάβουν»
Πολλά πνευματικά παιδιά του γέροντα Σεραφείμ μαρτυρούν ότι ήρθε μία γυναίκα από το Κουιμπάσεβ η οποία επιβεβαίωσε ότι ο γέροντας Σεραφείμ ήταν εκείνος που πήρε την εικόνα.
Η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα Α.θυμάται: «Ήταν Πέμπτη εβδομάδα των νηστειών του 1982 όταν έφτασα στο Ρακίτνοε. Κάποια στιγμή τόλμησα να ρωτήσω ”Γέροντα πού είναι η εικόνα του Αγίου Νικολάου που πήρατε από τα χέρια της Ζωής;
Έπεσε βαθιά ησυχία. Με κοίταξε αυστηρά. 
Δεν ξέρω πως μου ήρθε να ρωτήσω την στιγμή εκείνη για την εικόνα. Στο Κουιμπάσεβ οι συγγενείς μου έμεναν στον ίδιο δρόμο με την Ζωή.
Εγώ ήμουν τότε 14 ετών. Το βράδυ έσβηναν τα φώτα για να μην μαζεύεται κόσμος.
Τα ουρλιαχτά της Ζωής τους κατατρόμαζαν όλους. Οι συγγενείς μου -που ήταν αυτόπτες μάρτυρες- άρχισαν από τότε να πιστεύουν και να εκκλησιάζονται. Αυτό το θαύμα έμεινε βαθιά χαραγμένο στο μυαλό μου.
Την στιγμή εκείνη, που ο γέροντας με κοίταζε, πέρασε από το μυαλό μου η φράση ”αλοίμονό μου”. 
Ο γέροντας τότε είπε: ”Η εικόνα είναι στην εκκλησία στο αναλόγιο. Υπήρξαν φορές που ήθελαν να την απομακρύνουμε τελείως από την εκκλησία”, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι εκείνος ήταν που πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής. Μετά από δύο εβδομάδες ο γέροντας εκοιμήθη».
Η Κλαύδια Ιβάνοβνα Πετρουνένκο από την Αγία Πετρούπολη και πνευματική κόρη του μητροπολίτου Νικολάου Γιαρούσεβιτς, αναφέρει τα εξής« Ρώτησα τον επίσκοπο εάν πήγε στο Κουιμπάσεβ και εάν είδε την Ζωή». Μου απάντησε:”Πήγα εκεί για να προσευχηθώ αλλά την εικόνα δεν την πήρα εγώ - δεν ήταν ακόμη η στιγμή. Την εικόνα την πήρε ο π.Σεραφείμ” (τότε λέγονταν Δημήτριος).
Ο πρωθιερέας Αντρέι Αντρέεβιτς Σάβιν, ο οποίος ήταν τότε γραμματέας στην Σαμάρα θυμάται «Τότε επίσκοπος ήταν ο Σεβασμιότατος Ιερώνυμος. Κάποιο πρωί πρόσεξα κάποιους ανθρώπους να στριμώχνονται κοντά σ’ένα σπίτι.Το βράδυ είχαν μαζευτεί γύρω στους χίλιους.Οι αστυνομικοί περιπολούσαν αλλά τις πρώτες ημέρες δεν τους έδιωχναν. Μετά άρχισαν να τους διώχνουν με πρόσχημα την διατάραξη της κοινής ησυχίας και την παρακώλυση της συγκοινωνίας. Παρόλα αυτά έρχονταν ακόμη πιο πολύ άνθρωποι. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Οι άνθρωποι περίμεναν από εμάς τους ιερείς εξηγήσεις. Κανένας όμως από τους ιερείς δεν πλησίαζε το σπίτι. Φοβόταν όλοι. Άλλωστε μας παρακολουθούσαν στενά και μπορούσαν να μας διώξουν από την θέση μας, ανά πάσα στιγμή. Μία μέρα ακούστηκε ότι η Ζωή συγχωρήθηκε και ότι θα συνέλθει την ημέρα του Πάσχα (όπως είχε πει ο γέροντας Σεραφείμ, δηλαδή).Στην πόλη είχαν βγει εκείνες τις ημέρες τα μέλη της Κομσομόλ (κομμουνιστική νεολαία) και υποστήριζαν φωνάζοντας, ότι είχαν μπει σ’εκείνο το σπίτι και ότι δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Αυτό έριξε λάδι στην φωτιά. Τότε και αυτοί που είχαν κάποιες αμφιβολίες πίστεψαν ότι κάτι θαυμαστό συνέβη στο σπίτι της Ζωής στο Κουιμπάσεβ.
Ο αρχιεπίσκοπος Σαμάρας και Σαρζανσκ, Ευγένιος εκφράζει την δική του γνώμη για τα τεκταινόμενα: «Πολλοί άνθρωποι υπήρξαν μάρτυρες του θαύματος.
Εγώ προσωπικά πληροφορήθηκα το γεγονός το 1957, όταν σπούδαζα στο Θεολογικό Σεμινάριο. Δεν χωράει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα μεγάλο θαύμα. 
Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια όπου η εκκλησία διώκονταν και λοιδωρούνταν από τους άθεους, αυτή η θαυμαστή εμφάνιση της θείας δύναμης προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. 
Όχι μόνο στους κατοίκους της Σαμάρας. Για όλους μας ήταν ένα μάθημα για το πως πρέπει να φερόμαστε με τα ιερά αντικείμενα, ένα μάθημα και για τους άπιστους.
Κανείς δεν σε υποχρεώνει να πιστέψεις αλλά μην χλευάζεις τα ιερά αντικείμενα επειδή θα τιμωρηθείς! Εάν η άπιστη Ζωή δεν άγγιζε την εικόνα, δεν θα συνέβαινε τίποτα. Πολλές φορές οι άπιστοι τιμωρήθηκαν για την ασέβειά τους στα ιερά.
Υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρίχνοντας τις καμπάνες των ναών κάτω, έπεφταν και οι ίδιοι. 
Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς οι άνθρωποι είχαν ανάγκη για θαύματα και τα θαύματα εμφανίζονται, όταν θέλει ο Θεός. Όταν πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής ο γέροντας Σεραφείμ, οι αρχές τον τιμώρησαν, ενώ ο μητροπολίτης Ιερώνυμος εκδιώχθηκε από τον θρόνο.
Το 1989 ο ηγούμενος Γερμανός, ο οποίος πρωτοστάτησε στην επαναλειτουργία της Όπτινα και ο οποίος την δεκαετία του ’50 υπηρετούσε στον Καθεδρικό Ναό του Κουιμπάσεβ, διηγείται:
«Για ότι δεν είδα δεν θα μιλήσω. Θα μιλήσω για όσα είδα. Ο δρόμος μπροστά στο σπίτι της Ζωής ήταν γεμάτος αστυνομικούς. Μάζευαν από τους ανθρώπους υπογραφές για να τους υποχρεώσουν να μην μιλούν. Ένα από τα εξέχοντα μέλη του κόμματος τηλεφώνησε σ’έναν από τους ιερείς του καθεδρικού ναού και του είπε να ανακοινώσει στους ανθρώπους ότι δεν συνέβη τίποτα.
Ο ιερέας τότε του είπε ”Αφήστε με να πάω επιτόπου να δω τι συμβαίνει για να ξέρω τι να πω στους ανθρώπους”.Αυτός του είπε ότι θα τηλεφωνήσει πάλι. Μετά από μία ώρα πήρε τον ιερέα τηλέφωνο και του είπε ότι δεν χρειάζεται να ανακοινώσει τίποτα.
Οι φήμες είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν στην πόλη και οι εφημερίδες δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες. Μόνο που το παρουσίαζαν σαν ένα ΄΄ψέμα των παπάδων΄΄.
Λίγο καιρό μετά το γεγονός, ο γέροντας Σεραφείμ φυλακίστηκε για τρία χρόνια.
Όταν τον έβγαλαν από την φυλακή τον έστειλαν σ’ένα μακρινό χωριό, στο Ντνεπροπερτρόβσκ,ενώ αργότερα στο Μιχαίλβσκοε.

μετάφραση-επιμέλεια www.proskynitis.blogspot.com
Από το βιβλίο „Stareţul din Belgorod. Arhimandritul Serafim”

(Πληροφορίες από τα μπλογκ "Προσκυνητής" & " Τρελο-Γιάννης" )